Ήταν λίγο μετά τις 10 το πρωί, όταν η σιωπή του Ζαππείου διακόπηκε από τη φλόγα μιας απόγνωσης.
Μια 67χρονη άστεγη γυναίκα, κουβαλώντας ψυχικά βάρη που δεν χωράνε σε καμία ιατρική γνωμάτευση, έβαλε φωτιά στον ίδιο της τον εαυτό μπροστά από την Αίγλη, σε έναν από τους πιο τουριστικούς και «αριστοκρατικούς» χώρους της Αθήνας.
Το περιστατικό έγινε αντιληπτό από στρατιωτικούς της Προεδρικής Φρουράς, που με αυταπάρνηση έσπευσαν και έσβησαν τη φωτιά χρησιμοποιώντας πυροσβεστήρα. Η γυναίκα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με εγκαύματα, διατηρώντας τις αισθήσεις της.
Και τώρα; Τι; Ποιος θα θυμάται;
Μια ανθρώπινη ύπαρξη που έφτασε να φλέγεται μπροστά στο σύμβολο της ελληνικής αστικής τάξης, δεν είναι είδηση μόνο για το αστυνομικό δελτίο.
Είναι καταγγελία. Είναι μια σιωπηλή κραυγή – ίσως η τελευταία απέναντι σε μια κοινωνία που προσπερνά.
Που συγκαλύπτει την εξαθλίωση πίσω από εκθέσεις τέχνης και γκαλά, κρύβοντας τους αόρατους στα «πίσω δρομάκια» της πόλης.
Η 67χρονη δεν ζητούσε χρήματα. Ζητούσε να υπάρξει.
Ζητούσε να τη δουν.
Ζητούσε, ίσως, ένα βλέμμα.
Μια λέξη. Ένα χέρι.
Πόσες ακόμη τέτοιες φλόγες θα χρειαστούν για να καταλάβουμε ότι η κοινωνική κατάρρευση δεν φαίνεται μόνο στα νούμερα του προϋπολογισμού, αλλά στα παγκάκια των άστεγων, στους ψιθύρους των ψυχικά ασθενών, στα δάκρυα που καίνε χωρίς να φαίνονται;
Υστερόγραφο:
Η πρόληψη των ψυχικών νοσημάτων και η στήριξη των ευάλωτων δεν είναι φιλανθρωπία είναι υποχρέωση.
Όχι μόνο του κράτους. Της ίδιας της ανθρωπιάς μας.