Δεν ήταν απλώς μια απεργία καπνεργατών.
Ήταν η στιγμή που η φτώχεια, η εκμετάλλευση και η κοινωνική ασφυξία συγκρούστηκαν ανοιχτά με το κράτος και την καταστολή.
Την άνοιξη του 1936, η Ελλάδα βρισκόταν ήδη σε κοινωνικό αναβρασμό. Η ανεργία, οι εξαντλητικοί ρυθμοί εργασίας, τα χαμηλά μεροκάματα και η απόγνωση είχαν μετατρέψει τα καπνεργατικά κέντρα της χώρας σε πυριτιδαποθήκες.
Στις 29 Απριλίου, περισσότεροι από 12.000 καπνεργάτες και καπνεργάτριες στη Θεσσαλονίκη κατεβαίνουν σε απεργία με απόφαση της Πανελλήνιας Καπνεργατικής Ομοσπονδίας.
Τα αιτήματα ήταν σοβαρά και γι’ αυτό επικίνδυνα για την εποχή:
Οκτάωρο, αύξηση ημερομισθίων, ανθρώπινες συνθήκες εργασίας.
Η απάντηση του κράτους δεν ήταν διάλογος.
Ήταν η βία.
Στις 8 Μαΐου, οι δυνάμεις ασφαλείας επιχειρούν να διαλύσουν συγκέντρωση χιλιάδων απεργών στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Η επιχείρηση αποτυγχάνει. Οι δρόμοι γεμίζουν κόσμο, συνθήματα και οργή.
Και τότε πέφτουν οι πρώτοι πυροβολισμοί.
Η πόλη μετατρέπεται σε πεδίο μάχης.
Οι εργάτες στήνουν οδοφράγματα με πέτρες, κάρα και ξύλα. Οι συγκρούσεις εξαπλώνονται από την Εγνατία μέχρι το λιμάνι.
Η Θεσσαλονίκη παραλύει.

Στις 9 Μαΐου, η κατάσταση ξεφεύγει από τα όρια μιας τοπικής κινητοποίησης.
Η πόλη περνά σε γενική απεργία.
Καπνεργάτες, λιμενεργάτες, αρτεργάτες, αυτοκινητιστές, εργάτες κάθε κλάδου κατεβαίνουν στους δρόμους.
Η απεργία εξαπλώνεται σε ολόκληρη τη χώρα από την Καβάλα και τον Βόλο μέχρι τον Πειραιά και την Πελοπόννησο.
Η Ελλάδα βρίσκεται στο πόδι.
Ο πρώτος νεκρός απεργός είναι ο Τάσος Τούσης.
Η φωτογραφία της μάνας του σκυμμένης πάνω από το νεκρό σώμα του στους δρόμους της Θεσσαλονίκης θα γίνει ένα από τα πιο ισχυρά σύμβολα της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Ακολουθούν κι άλλοι νεκροί.
Β. Σταύρου, Ιντο Σενόρ, Γ. Πανόπουλος, Αγλαμίδης, Σαλβατόρ Ματαράσο, Δημήτρης Λαϊλάνης, Σ. Διαμαντόπουλος, Γιάννης Πιτάρης, Ευθύμης Μάνος, Μανώλης Ζαχαρίου, Αναστασία Καρανικόλα.

Το αίμα στους δρόμους της Θεσσαλονίκης δεν προκαλεί φόβο.
Προκαλεί έκρηξη οργής.
Μαρτυρίες της εποχής αναφέρουν ακόμη και συγκρούσεις ανάμεσα σε στρατιώτες και χωροφύλακες, όταν στρατιωτικά τμήματα αρνήθηκαν να στραφούν εναντίον των απεργών.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να επαναφέρει τον έλεγχο.
Όμως η εικόνα είχε ήδη χαραχτεί στη συλλογική μνήμη.
Μια Ελλάδα διχασμένη ανάμεσα στους ανθρώπους του μόχθου και σε ένα σύστημα που αντιμετώπιζε τις κοινωνικές διεκδικήσεις ως απειλή.

Λίγους μήνες αργότερα θα ακολουθήσει η δικτατορία της 4ης Αυγούστου.
Ο Μάης του ’36 δεν έμεινε μόνο στην ιστορία των εργατικών αγώνων.
Έμεινε και στην ποίηση.
Η εικόνα της μάνας πάνω από τον νεκρό γιο της συγκλονίζει τον Γιάννης Ρίτσος, ο οποίος γράφει τον «Επιτάφιο», ένα από τα σημαντικότερα έργα της Ελληνικής λογοτεχνίας:
«Μέρα Μαγιού σε χάνω
άνοιξη γιε που αγάπαγες…»
Οι στίχοι εκείνοι δεν μιλούσαν μόνο για έναν νεκρό εργάτη.
Μιλούσαν για μια κοινωνία που ζητούσε αξιοπρέπεια.
Υ.Γ…Ο Ματωμένος Μάης του 1936 δεν είναι μια ξεχασμένη επέτειος.
Είναι μια υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε εργατικό δικαίωμα υπήρξαν συγκρούσεις, αίμα και άνθρωποι που στάθηκαν απέναντι στην εξουσία γνωρίζοντας το κόστος.
Και ίσως γι’ αυτό εξακολουθεί να προκαλεί αμηχανία ακόμη και σήμερα. γιατί θυμίζει ότι όταν μια κοινωνία φτάνει στα όριά της, οι δρόμοι γράφουν ιστορία όχι τα γραφεία.


