Στις 26 Σεπτεμβρίου 1687, στη διάρκεια της πολιορκίας της Ακρόπολης από τους Βενετούς, μια οβίδα χτύπησε τον Παρθενώνα.
Στο εσωτερικό του οι Οθωμανοί είχαν αποθηκεύσει πυρίτιδα.
Η έκρηξη που ακολούθησε κατέστρεψε μεγάλο μέρος του ναού, γκρέμισε τμήματα των τοίχων και της οροφής και σκόρπισε θραύσματα σε όλο τον Ιερό Βράχο.
Ο Παρθενώνας είχε ήδη περάσει από πολλούς αιώνες αλλαγών.
Από αρχαίος ναός έγινε Χριστιανική εκκλησία και αργότερα τέμενος.
Η έκρηξη του 1687, όμως, άλλαξε οριστικά τη μορφή του.
Δεν αφάνισε το μνημείο.
Το πλήγωσε βαριά και το μετέτρεψε σε ερείπιο.
Η καταστροφή του δεν σταμάτησε εκεί.
Το 1688 ο Μοροζίνι επιχείρησε να αποσπάσει γλυπτά από το δυτικό αέτωμα για να τα μεταφέρει στη Βενετία.
Κατά την προσπάθεια, τα γλυπτά έπεσαν και θρυμματίστηκαν.
Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, στις αρχές του 19ου αιώνα, άνθρωποι του λόρδου Έλγιν αφαίρεσαν μεγάλο μέρος από τα γλυπτά που είχαν απομείνει.
Σήμερα, 339 χρόνια μετά, δεν θυμόμαστε μόνο μια έκρηξη μέσα σε έναν πόλεμο. Θυμόμαστε πόσο εύθραυστη μπορεί να γίνει η πολιτιστική κληρονομιά όταν τα μνημεία βρίσκονται ανάμεσα στα όπλα και στις επιδιώξεις των ισχυρών.
Υ.Γ…Ο Παρθενώνας στέκει ακόμη στον Ιερό Βράχο, πληγωμένος αλλά ζωντανός.
Η ιστορία του είναι ιστορία δημιουργίας, μεταμορφώσεων, λεηλασίας και αντοχής.
Μας θυμίζει πως όσα χτίστηκαν για να εκφράσουν τον πολιτισμό μιας εποχής ανήκουν τελικά σε ολόκληρη την ανθρωπότητα και χρειάζονται προστασία, όχι μόνο θαυμασμό.


