Με τους παραγωγούς να πιέζονται από το κόστος και τα νοικοκυριά να περιμένουν ουσιαστική ελάφρυνση, ξεκινά η νέα ελαιοκομική περίοδος.
Το ελαιόλαδο εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική δαπάνη για το καθημερινό τραπέζι, ενώ η αποκλιμάκωση των τιμών στην παραγωγή επαναφέρει το ερώτημα: πόσο από το όφελος φτάνει τελικά στον καταναλωτή;
Η εικόνα που παρουσιάζεται στην αγορά τοποθετεί
την τιμή παραγωγού κοντά στα 4 ευρώ το κιλό,
ενώ στη λιανική αναφέρονται τιμές περίπου 8,5 ευρώ το λίτρο.
Πρόκειται για ενδεικτικά επίπεδα, με διαφοροποιήσεις ανάλογα με την ποιότητα, την προέλευση, τη συσκευασία και το σημείο πώλησης.
Δεν αποτελούν ενιαίο τιμοκατάλογο ούτε εγγύηση για την πορεία ολόκληρης της νέας περιόδου.
Η σύγκριση χρειάζεται προσοχή: άλλο το κιλό και άλλο το λίτρο, ενώ η τιμή του χύμα προϊόντος στον παραγωγό δεν συγκρίνεται απευθείας με την τελική τιμή ενός τυποποιημένου προϊόντος.
Στη διαδρομή προστίθενται έξοδα τυποποίησης, συσκευασίας, μεταφοράς και διανομής, εμπορικά περιθώρια και ΦΠΑ.
Επομένως, η απόσταση των δύο τιμών δεν μπορεί να παρουσιάζεται ολόκληρη ως καθαρό κέρδος.
Αυτό, όμως, δεν καταργεί την ανάγκη διαφάνειας για το πώς διαμορφώνεται η τελική χρέωση.
Την ίδια ώρα, η χαμηλότερη τιμή πώλησης δυσκολεύει τον παραγωγό, όταν οι δαπάνες συγκομιδής παραμένουν υψηλές.
Οι αναφορές για ημερομίσθια που φτάνουν έως τα 80 ευρώ, σε συνδυασμό με την έλλειψη εργατικών χεριών, αποτυπώνουν την πίεση ενόψει της συγκομιδής.
Η μείωση στην τιμή του προϊόντος δεν συνοδεύεται αναγκαστικά από αντίστοιχη μείωση των εξόδων του ελαιώνα.
Πότε, λοιπόν, θα φανούν νέες μειώσεις στο ράφι;
Από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει συγκεκριμένο, τεκμηριωμένο χρονοδιάγραμμα.
Η αναφορά σε χαμηλότερες τιμές παραγωγού δεν αρκεί από μόνη της για να προεξοφληθεί ούτε το ύψος ούτε ο χρόνος μιας νέας μείωσης στη λιανική.
Υ.Γ…Το ζητούμενο είναι να μπορεί ο παραγωγός να συνεχίσει να καλλιεργεί και ο καταναλωτής να αγοράζει ένα βασικό αγαθό χωρίς να μετρά κάθε λίτρο.
Όταν ο ένας δυσκολεύεται να καλύψει τα έξοδά του και ο άλλος να γεμίσει το καλάθι του, η διαδρομή της τιμής χρειάζεται συγκεκριμένες εξηγήσεις.
Η επίκληση του κόστους πρέπει να συνοδεύεται από στοιχεία, ώστε να φαίνεται πού προκύπτουν οι επιβαρύνσεις και αν οι μειώσεις περνούν τελικά στην απόδειξη.


