Στις 23 Αυγούστου 1864 γεννήθηκε στις Μουρνιές Χανίων ο Ελευθέριος Κυριάκου Βενιζέλος, μία από τις πιο καθοριστικές αλλά και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της νεότερης ελληνικής Ιστορίας.
Η πολιτική του πορεία σφράγισε την Ελλάδα για περισσότερες από δύο δεκαετίες.
Το όνομά του συνδέθηκε με τον εκσυγχρονισμό του κράτους, τη διεύρυνση των ελληνικών συνόρων και τη μεγαλύτερη διπλωματική επιτυχία της Μεγάλης Ιδέας. Συνδέθηκε, όμως, και με τον Εθνικό Διχασμό, τη Μικρασιατική Εκστρατεία και αποφάσεις που εξακολουθούν να προκαλούν έντονες αντιπαραθέσεις.
Ο Βενιζέλος δεν μπορεί να χωρέσει εύκολα σε έναν μόνο χαρακτηρισμό.
Υπήρξε ηγέτης μεγάλων επιτυχιών, αλλά και πολιτικός του οποίου οι επιλογές άφησαν πίσω τους βαθιές πληγές.
https://www.venizelos-foundation.gr/el/
Όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία το 1910, η Ελλάδα αναζητούσε πολιτική σταθερότητα, ισχυρότερους θεσμούς και στρατιωτική αναδιοργάνωση.
Κατά τη διακυβέρνησή του προωθήθηκαν σημαντικές αλλαγές στη δημόσια διοίκηση, στη Δικαιοσύνη, στην εκπαίδευση, στην εργατική νομοθεσία και στην οργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η αναθεώρηση του Συντάγματος το 1911 αποτέλεσε βασικό σταθμό αυτής της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας.

Η Ελλάδα απέκτησε αποτελεσματικότερο κρατικό μηχανισμό και ισχυρότερη διεθνή παρουσία. Η προετοιμασία αυτή συνέβαλε στις επιτυχίες των Βαλκανικών Πολέμων του 1912–1913, κατά τους οποίους η χώρα διεύρυνε θεαματικά τα σύνορα και τον πληθυσμό της.
Η Μακεδονία, η Ήπειρος, η Κρήτη και σημαντικά νησιά του Αιγαίου εντάχθηκαν στην ελληνική επικράτεια. Ήταν μία από τις μεγαλύτερες περιόδους εθνικής επέκτασης μετά την Επανάσταση του 1821.
https://www.ime.gr/chronos/13/gr/society/index.html

Το αποκορύφωμα της διπλωματικής πολιτικής του Βενιζέλου ήρθε στις 10 Αυγούστου 1920 με την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών.
Η Ελλάδα αποκτούσε την Ανατολική Θράκη μέχρι τη γραμμή της Τσατάλτζας, την Ίμβρο και την Τένεδο, ενώ επιβεβαιωνόταν η ελληνική κυριαρχία στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου.
Η περιοχή της Σμύρνης παρέμενε τυπικά υπό οθωμανική κυριαρχία, περνούσε όμως σε ελληνική διοίκηση. Μετά την παρέλευση πέντε ετών προβλεπόταν διαδικασία για την οριστική τύχη της περιοχής.
Ήταν η στιγμή κατά την οποία η Ελλάδα εμφανίστηκε να πλησιάζει περισσότερο από ποτέ στην πραγματοποίηση της Μεγάλης Ιδέας.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, αποδείχθηκε πολύ πιο εύθραυστη.
Η Συνθήκη δεν επικυρώθηκε πλήρως και τα εδαφικά της κεκτημένα δεν κατόρθωσαν να παγιωθούν.
Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους σώζεται ο χάρτης της Ελλάδας όπως θα διαμορφωνόταν βάσει της Συνθήκης, ενώ στο τηλεγράφημα του πρεσβευτή Α. Ρωμανού προς την Αθήνα αναφερόταν:
«Ταύτην τη στιγμήν υπεγράφησαν η Συνθήκη μετά της Τουρκίας, η Συνθήκη της μεταβιβάσεως της Δυτικής Θράκης, η συμφωνία μετά της Ιταλίας περί Δωδεκανήσου και η Συνθήκη περί μειοψηφιών».

Η σύγκρουση του Βενιζέλου με τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄ για τη στάση της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ξεπέρασε γρήγορα τα όρια μιας πολιτικής και συνταγματικής διαφωνίας.
Ο Βενιζέλος υποστήριζε ότι η Ελλάδα έπρεπε να πολεμήσει στο πλευρό της Αντάντ, θεωρώντας ότι η συμμαχία με τη Βρετανία και τη Γαλλία θα εξασφάλιζε την προώθηση των
Ελληνικών εθνικών διεκδικήσεων.
Ο Κωνσταντίνος, στρατιωτικός με γερμανική παιδεία και οικογενειακούς δεσμούς με τον γερμανικό αυτοκρατορικό οίκο, υποστήριζε την ουδετερότητα. Η βασιλική πλευρά προέβαλλε ως επιχείρημα ότι η Ελλάδα ήταν εξαντλημένη από τους Βαλκανικούς Πολέμους και ότι η γεωγραφική και στρατιωτική της θέση δεν επέτρεπε μία νέα πολεμική εμπλοκή χωρίς τεράστιο κίνδυνο.
Η σύγκρουση οδήγησε στην παραίτηση του Βενιζέλου, στη δημιουργία της Προσωρινής Κυβέρνησης Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη και, για ένα διάστημα, στην ύπαρξη δύο αντίπαλων κέντρων εξουσίας: της κυβέρνησης των Αθηνών και της κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης.
https://infofluency-gr.chs.harvard.edu/index.php/2016/03/09/diafonia-konstantinoumevenizelo/

Οι Έλληνες χωρίστηκαν σε «βενιζελικούς» και «βασιλικούς».
Διώξεις, απολύσεις, φυλακίσεις, εξορίες, λογοκρισία και πράξεις πολιτικής αντεκδίκησης σημειώθηκαν και από τις δύο πλευρές.
Ο Τύπος της εποχής αποτυπώνει με τον πιο σκληρό τρόπο το μίσος που είχε επικρατήσει. Οι εφημερίδες δεν περιορίζονταν στην πολιτική κριτική, αλλά χρησιμοποιούσαν εμπρηστικές εκφράσεις εναντίον των αντιπάλων τους.
Χαρακτηριστικό είναι δημοσίευμα της αντιβενιζελικής εφημερίδας «Σκριπ» της 23ης Οκτωβρίου 1915, στο οποίο ο Βενιζέλος παρουσιαζόταν με ακραίους και βαθιά διχαστικούς χαρακτηρισμούς.
Ο Διχασμός δεν υπήρξε απλώς σύγκρουση δύο πολιτικών ή δύο στρατηγικών. Έγινε κοινωνικό τραύμα, επηρέασε τον στρατό, τη δημόσια διοίκηση και την καθημερινή ζωή και δηλητηρίασε την πολιτική ζωή της χώρας για δεκαετίες. https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/28581

Η επιλογή του Βενιζέλου να συνδέσει την Ελλάδα με την Αντάντ οδήγησε πράγματι σε σημαντικές στρατιωτικές και διπλωματικές επιτυχίες.
Σήμαινε, όμως, και βαριές θυσίες: ανθρώπινες απώλειες, οικονομική εξάντληση, συνεχή επιστράτευση και αυξανόμενη εξάρτηση από τη βούληση των Μεγάλων Δυνάμεων.
Τα Ελληνικά συμφέροντα εξαρτήθηκαν από συμμαχίες που δεν ήταν ούτε μόνιμες ούτε ανιδιοτελείς.
Όταν η πολιτική της Γαλλίας και της Ιταλίας μεταβλήθηκε και ο βρετανικός παράγοντας δεν πρόσφερε την απαιτούμενη στρατιωτική υποστήριξη, η Ελλάδα βρέθηκε ουσιαστικά μόνη σε ένα τεράστιο μικρασιατικό μέτωπο.
Η επιστροφή του Κωνσταντίνου μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 έδωσε στις συμμαχικές κυβερνήσεις ένα πρόσθετο επιχείρημα για να απομακρυνθούν από τις προηγούμενες δεσμεύσεις τους.
Οι κυβερνήσεις που διαδέχθηκαν τον Βενιζέλο, αντί να τερματίσουν την εκστρατεία, τη συνέχισαν και την επέκτειναν μέχρι τον Σαγγάριο.
Η Μικρασιατική Καταστροφή
Η βαρύτερη σκιά πάνω στη βενιζελική κληρονομιά παραμένει η Μικρασιατική Εκστρατεία και η Καταστροφή που ακολούθησε.
Ο Βενιζέλος δεν κυβερνούσε όταν πραγματοποιήθηκε η προέλαση προς τον Σαγγάριο ούτε όταν κατέρρευσε το μέτωπο το 1922.
Δεν μπορεί, όμως, να αποσυνδεθεί από την αρχική πολιτική επιλογή που έφερε τον ελληνικό στρατό στη Μικρά Ασία και συνέδεσε την επιτυχία του εγχειρήματος με τη μεταβαλλόμενη υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων.
Η απόβαση στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919 είχε εγκριθεί από τον Βρετανό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ, τον Γάλλο πρωθυπουργό Ζορζ Κλεμανσό και τον πρόεδρο των ΗΠΑ Γούντροου Ουίλσον. Υπήρξε, όμως, και το σημείο από το οποίο η Ελλάδα μπήκε σε έναν πόλεμο με αβέβαιο τέλος.
Η υπερβολική αισιοδοξία, οι λανθασμένες εκτιμήσεις, οι αντιφατικές επιδιώξεις των συμμάχων, η πολιτική αλλαγή του 1920 και οι καταστροφικές στρατιωτικές αποφάσεις που ακολούθησαν συνέθεσαν την πορεία προς την τραγωδία.

Τον Σεπτέμβριο του 1922 η Σμύρνη παραδόθηκε στις φλόγες.
Χριστιανικοί πληθυσμοί σφαγιάστηκαν ή εκδιώχθηκαν και εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ξεριζώθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες.
Τα κεκτημένα των Σεβρών κατέρρευσαν. Η Ελλάδα έχασε την Ανατολική Θράκη, ενώ το σχέδιο ενσωμάτωσης της Ιωνίας και της περιοχής της Σμύρνης έσβησε οριστικά.

Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου
Η ίδια ιστορική περίοδος σημαδεύτηκε από τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου
και τον αφανισμό πανάρχαιων Ελληνικών κοινοτήτων της Ανατολής.
Οι διωγμοί είχαν αρχίσει πριν από τη Μικρασιατική Εκστρατεία και συνεχίστηκαν με εκτοπισμούς, τάγματα εργασίας, πορείες θανάτου και μαζικές δολοφονίες.

Η καταστροφή του μικρασιατικού μετώπου άφησε τους χριστιανικούς πληθυσμούς απροστάτευτους και ολοκλήρωσε τον βίαιο ξεριζωμό του Ελληνισμού από τον Πόντο, την Ιωνία και τη Μικρά Ασία.
Δεν πρόκειται για έγκλημα που μπορεί να αποδοθεί προσωπικά στον Βενιζέλο. Αποτελεί, όμως, αναπόσπαστο μέρος του ιστορικού αποτελέσματος μιας εποχής κατά την οποία οι ελληνικές προσδοκίες έφτασαν στο απόγειό τους και στη συνέχεια κατέρρευσαν μέσα σε αίμα και φωτιά.

Η πρόταση για Νόμπελ Ειρήνης στον Μουσταφά Κεμάλ
Μία από τις πιο αμφιλεγόμενες πράξεις του Βενιζέλου υπήρξε η επίσημη πρότασή του, στις 12 Ιανουαρίου 1934, προς τη Νορβηγική Επιτροπή Νόμπελ να απονεμηθεί το Νόμπελ Ειρήνης στον Μουσταφά Κεμάλ.
Η υποψηφιότητα είναι καταχωρισμένη στο επίσημο αρχείο του Νόμπελ με προτείνοντα τον «E. K. Venizelos». Σημειώνεται ότι τον Ιανουάριο του 1934 ο Κεμάλ δεν είχε ακόμη λάβει επισήμως το επώνυμο «Ατατούρκ», το οποίο του αποδόθηκε τον Νοέμβριο του ίδιου έτους.
Η επιστολή εντασσόταν στην πολιτική της ελληνοτουρκικής προσέγγισης που είχε αρχίσει με το Σύμφωνο Φιλίας του 1930. Ο Βενιζέλος υποστήριζε ότι η συμφιλίωση των δύο κρατών θα σταθεροποιούσε την ειρήνη στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στην επιστολή του έγραφε ότι, ως επικεφαλής της ελληνικής κυβέρνησης κατά την υπογραφή του ελληνοτουρκικού συμφώνου το 1930, είχε την τιμή να προτείνει τον Μουσταφά Κεμάλ για το Νόμπελ Ειρήνης.

Διπλωματικός ρεαλισμός ή προσβολή της ιστορικής μνημης.
Για τους υποστηρικτές του, η πρόταση για το Νόμπελ αποτελούσε πράξη πολιτικού ρεαλισμού. Η Ελλάδα είχε δεχθεί περισσότερους από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες, η ανταλλαγή των πληθυσμών είχε αλλάξει οριστικά τη φυσιογνωμία της και η χώρα χρειαζόταν ειρήνη για να επιβιώσει και να ανοικοδομηθεί.
Για τους επικριτές του, όμως, η ενέργεια αυτή δεν ήταν απλώς μία διπλωματική χειρονομία. Ήταν πράξη ιστορικής και εθνικής προσβολής.
Μόλις δώδεκα χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, τις σφαγές, την πυρπόληση της Σμύρνης και τον βίαιο ξεριζωμό του Ελληνισμού της Ιωνίας, ο Βενιζέλος πρότεινε για τη μεγαλύτερη διεθνή διάκριση ειρήνης τον ηγέτη που είχε επικρατήσει στον ελληνοτουρκικό πόλεμο.
Σε μια Ελλάδα γεμάτη πρόσφυγες, χήρες, ορφανά και ανθρώπους που είχαν χάσει τα πάντα, η επιλογή αυτή ήταν αδύνατο να αντιμετωπιστεί μόνο ως ψυχρή διπλωματία.
Για πολλούς Έλληνες αποτέλεσε προσβολή στη μνήμη των χαμένων πατρίδων και επιβεβαίωσε την εικόνα ενός πολιτικού που μπορούσε να θυσιάσει ακόμη και ιερές εθνικές μνήμες στον βωμό των διπλωματικών του επιδιώξεων.
Για άλλους, ήταν η σκληρή απόφαση ενός ηγέτη που γνώριζε ότι όσα χάθηκαν δεν μπορούσαν πλέον να ανακτηθούν και ότι η Ελλάδα έπρεπε να εξασφαλίσει την ειρηνική της επιβίωση.
Η κρίση ανήκει στην Ιστορία και στον καθένα ξεχωριστά.

Υ.Γ.Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπήρξε ο ηγέτης των μεγάλων μεταρρυθμίσεων και των εντυπωσιακών εθνικών επιτυχιών. Υπήρξε, όμως, και ο πολιτικός που δίχασε βαθιά την Ελλάδα, πολιτικοποίησε τον στρατό και έδεσε το μέλλον της χώρας στις υποσχέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων.
Παρέλαβε μία μικρή Ελλάδα και συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία ενός μεγαλύτερου και ισχυρότερου κράτους. Η Μακεδονία, η Ήπειρος, η Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου ενσωματώθηκαν στον εθνικό κορμό, ενώ η χώρα απέκτησε διεθνές κύρος που μέχρι τότε έμοιαζε αδιανόητο.
Πίσω από τους θριάμβους, όμως, μεγάλωνε ο Εθνικός Διχασμός.
Ένας λαός κόπηκε στα δύο, ο στρατός μετατράπηκε σε πεδίο πολιτικής εκκαθάρισης και η Ελλάδα οδηγήθηκε σε ένα μικρασιατικό εγχείρημα που ξεπερνούσε τις στρατιωτικές, οικονομικές και διπλωματικές της αντοχές.
Εθνάρχης ή τυχοδιώκτης;
Η εύκολη απάντηση βολεύει μόνο όσους θέλουν την Ιστορία χωρίς τις σκοτεινές της σελίδες.
Ο Βενιζέλος δεν ήταν ούτε αλάνθαστος σωτήρας ούτε ο μοναδικός υπεύθυνος για όσα ακολούθησαν. Ήταν, όμως, ο βασικός αρχιτέκτονας μιας πολιτικής που οδήγησε την Ελλάδα στη Μικρά Ασία, ποντάροντας στην υποστήριξη συμμάχων οι οποίοι εγκατέλειψαν το ελληνικό σχέδιο μόλις άλλαξαν τα συμφέροντά τους.
Δεν κυβερνούσε όταν κατέρρευσε το μέτωπο.
Αυτό δεν διαγράφει, όμως, τη δική του πολιτική ευθύνη για τον δρόμο που είχε ήδη χαραχθεί.
Όπως δεν απαλλάσσει από τις βαρύτατες ευθύνες τους εκείνους που ανέλαβαν την εξουσία, συνέχισαν την εκστρατεία και οδήγησαν τον στρατό βαθύτερα στην Ανατολή, χωρίς αξιόπιστο σχέδιο εξόδου.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις άλλαξαν στάση, οι πολιτικοί αντάλλαξαν ευθύνες και ο λαός πλήρωσε τον λογαριασμό.
Μαζί με την κατάρρευση του οράματος της Μεγάλης Ελλάδας χάθηκαν οι πατρίδες της Ιωνίας.
Οι εστίες αιώνων έγιναν στάχτη στη Σμύρνη, οι άνθρωποι ξεριζώθηκαν και η ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία πνίγηκε στο αίμα και στη φωτιά.
Αυτή είναι η αμείλικτη αντίφαση της κληρονομιάς του Βενιζέλου: ο άνθρωπος που ανέβασε την Ελλάδα στα υψηλότερα σκαλοπάτια της δόξας συνέβαλε και στη χάραξη της πορείας προς τη μεγαλύτερη εθνική καταστροφή της.
Και όσο κι αν οι θαυμαστές του κρατούν μόνο τους θριάμβους και οι αντίπαλοί του μόνο τις ήττες, η Ιστορία δεν γράφεται με αγιογραφίες ούτε με αναθέματα.
Γράφεται με ολόκληρη την αλήθεια.
Και η αλήθεια του Βενιζέλου έχει δύο πρόσωπα.
Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος
Μουρνιές Χανίων, 23 Αυγούστου 1864 – Παρίσι, 18 Μαρτίου 1936


