Ανατολική Αττική
Ροή ειδήσεων

Οκτώ ημέρες μαζί με τους ναυτικούς πάνω σε ένα τάνκερ

Η Ολυμπιακή Φιλία» στεκόταν στη μέση του Θερμαϊκού αγκυροβολημένη και ξεφόρτωνε το φορτίο των 150.000 τόνων πετρελαίου που είχε φέρει από το Ιράκ, από έναν αγωγό στη θάλασσα που οδηγούσε στις δεξαμενές στην απέναντι ακτή. Παρότι είναι «Suez-max», δηλαδή έχει μέγεθος που διαπλέει τη διώρυγα του Σουέζ, σύμφωνα με το ναυλοσύμφωνο έπρεπε να αποφύγει την είσοδο στην Ερυθρά Θάλασσα, να κάνει τον γύρο της Αφρικής, να μπει στη Μεσόγειο από το Γιβραλτάρ για να φτάσει στη Θεσσαλονίκη. Ετσι, για να αποφύγει τον κίνδυνο των Χούθι, έφτασε στη Θεσσαλονίκη μετά ένα ταξίδι 12.488 ναυτικών μιλίων και 45 ημερών, ενώ θα μπορούσε να το κάνει σε λιγότερο από τον μισό χρόνο.

Η Νοτρ Νταμ

Tη λάντζα την πήραμε από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης για να μπαρκάρουμε στο δεξαμενόπλοιο «Ολυμπιακή Φιλία» στο επόμενο ταξίδι. Καθώς πλησιάζαμε το πλοίο το θέαμα ήταν μεγαλειώδες. Ενα ατσάλινο τείχος υψωνόταν μπροστά μας σαν καθεδρικός ναός. Το ύψος του μέχρι το κατάστρωμα είναι 17 μέτρα, το μήκος του 274 μέτρα, το πλάτος 48 μέτρα. Η Νοτρ Νταμ των Παρισίων που έχει ύψος 35 μέτρων, μήκος 130 μέτρων, και πλάτος 48 μέτρων, στέκει βαριά και ακούνητη στο νησάκι της στη μέση του Σηκουάνα. Η «Ολυμπιακή Φιλία» με υπερδιπλάσιο μέγεθος πλέει «σαν κοκόνα» στις θάλασσες και στους ωκεανούς κουβαλώντας σχεδόν ανάλαφρα όλους της τους τόνους. Και αν δεν έχει δει κάποιος τον καθεδρικό της Παναγίας των Παρισίων, σίγουρα έχει δει ένα γήπεδο ποδοσφαίρου. Το δεξαμενόπλοιό μας είναι σχεδόν τρεις φορές το μήκος ενός γηπέδου ποδοσφαίρου. Το ύψος του είναι το ύψος μιας επταώροφης πολυκατοικίας μέχρι το κατάστρωμα, ενώ η γέφυρα υψώνεται άλλους πέντε ορόφους. «Μου φάνηκε σαν ουρανοξύστης όταν το πρωτόδα. Δεν το πίστευα», μας είπε ο δόκιμος Δ΄ μηχανικός.

Ανεβήκαμε στο πλοίο σχεδόν καθέτως την ατσάλινη σκάλα. Οταν πάτησα το πόδι μου, νόμιζα ότι πάτησα σε άλλον πλανήτη, στον πλανήτη Αρη. Ενας τεράστιος, αχανής πορτοκαλής χώρος, ένα παράξενο μέρος με σωλήνες, σωληνώσεις, τον ήλιο να σε τυφλώνει, τι πλανήτης είναι άραγε εδώ; Ενθουσιασμός και προσμονή αλλά και δέος με λίγο άγχος για το εξωτικό ετούτο μέρος όπου θα ζήσω τις επόμενες μέρες. Μπήκαμε μέσα στο «κομοδέσιο», δηλαδή στον χώρο διαμονής, ενδιαίτησης και γραφείων. Περάσαμε από το γραφείο του χώρου χειρισμού φορτίου όπου οι υποπλοίαρχοι και ο ανθυποπλοίαρχος παρακολουθούσαν τις δεξαμενές να αδειάζουν και ανεβήκαμε πάνω στη γέφυρα.

Το θηρίο άρχισε να κινείται, και τώρα, ώρες μετά, γλιστράει στο Αιγαίο προς τον Νότο. Ο νέος ναύλος ήταν για να φορτώσουμε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου πετρέλαιο και να το φέρουμε πίσω στην Ελλάδα, στην Πάχη. Η επιστημονική ομάδα του Κέντρου Ναυτιλιακής Ιστορίας του ΙΜΣ-ΙΤΕ μας στέλνει, σε εμένα και τον συν-ναύτη Αλκη Καποκάκη, υποψήφιο διδάκτορα που μελετά τους Ελληνες ναυτικούς, για καλό κατευόδιο, το τραγούδι «Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο…», στίχοι από το ποίημα Κουροσίβο του Καββαδία, μουσική Θάνου Μικρούτσικου.

Ο καπετάν Βασίλης Κόκκαλης στη γέφυρα της «Ολυμπιακής Φιλίας». Οπως λέει ο ίδιος, για να κουμαντάρεις το βαπόρι εκτός από τη γνώση της ναυσιπλοΐας πρέπει να κατέχεις και την τέχνη της διαχείρισης των ανθρώπων, να φροντίζεις για τη διατήρηση των ισορροπιών και της καλής διάθεσης του πληρώματος, κάτι όχι πάντα εύκολο.

Στο κέντρο ελέγχου

Ο καπετάνιος μας έκανε τον γύρο του πλοίου, οι καμπίνες μας έξοχες με δικό τους μπάνιο και όλα τα κομφόρ, η τραπεζαρία, των αξιωματικών και του πληρώματος, το «καπνιστήριο», η δεσπέτζα και η κουζίνα. Ανεβήκαμε πέντε ορόφους (έχει και ασανσέρ), στη γέφυρα. Η γέφυρα είναι ένας θάλαμος επιχειρήσεων με πολλαπλές οθόνες παρατεταγμένες η μια δίπλα στην άλλη, με τα μεγάλα παράθυρα από πίσω να έχουν σφαιρική και άπλετη θέα στη θάλασσα. Η oθόνη του ECDIS (Εlectronic Chart Display) δείχνει τους ηλεκτρονικούς χάρτες και τα στοιχεία της πορείας, οι χάρτινοι χάρτες αντικαταστάθηκαν το 2014. Στα αυτοματοποιημένα μηχανήματα τα στοιχεία της πορείας, το ανεμόμετρο, ο δείκτης ρευμάτων, η πυξίδα, το VHF για επικοινωνία με τους πιλότους στα terminal, το δρομόμετρο, το βυθόμετρο, το GPS για το στίγμα του πλοίου. Η «Ολυμπιακή Φιλία» πλέει με ό,τι πιο σύγχρονο κυκλοφορεί έξω, στα συστήματα πλοήγησης και ελέγχου. Πάει η παλιά κλασική ναυτιλία με τον εξάντα που έπαιρνε το στίγμα με τα αστέρια το πρωί, με τον ήλιο το μεσημέρι ή με το ραδιογωνιόμετρο.

Ο καπετάν Βασίλης μας μιλάει για το βαπόρι. Οτι αν δεν ξέρεις πώς «ακούει» το βαπόρι δεν μπορείς να το ελέγξεις και να το κυβερνήσεις. Και όχι μόνο πρέπει να ξέρεις ναυσιπλοΐα και ό,τι σχετικό με το πλοίο, αλλά πρέπει να κατέχεις μια μεγάλη γκάμα ειδικοτήτων της στεριάς: νομικά, συμβολαιογραφικά, ασφαλιστικά, οικονομικά, περιβαλλοντικά, ιατρικά, φαρμακευτικά, κανόνες ασφάλειας και πάει λέγοντας. Και πάνω απ’ όλα τη διαχείριση των ανθρώπων, να φροντίζεις για τη διατήρηση των ισορροπιών και της καλής διάθεσης του πληρώματος, κάτι όχι πάντα εύκολο. Είναι γεγονός, σκέφτομαι, ότι δεν υπάρχει κάτι ανάλογο στη στεριά με τον καπετάνιο. Είναι και εκπρόσωπος του γραφείου και μισθωτός, και εργαζόμενος και αφεντικό. Αλλά αναμφισβήτητα μέσα στις θάλασσες και στους ωκεανούς είναι ο άρχοντας του καραβιού.

Ο μαστρο-Βασίλης, ο πρώτος μηχανικός, μας κατέβασε στο μηχανοστάσιο. Κατέβηκα τις απότομες σκάλες και βρέθηκα σε ένα μπαλκόνι. Από κάτω το θέαμα ήταν διαστημικό με τις φωτισμένες μηχανές, σαν τις ταινίες του Τζέιμς Μποντ και τα υπόγεια τεράστια εργαστήρια σε κρησφύγετο. Το control room με επίσης πολλαπλές οθόνες, αυτόματα συστήματα και υπολογιστές. Δίπλα το «συνεργείο», με τον τόρνο να δεσπόζει. Τα πάντα όλα έχει το πλοίο, μέχρι και ηλεκτροσυγκόλληση για τις απαραίτητες εσωτερικές επισκευές. Αλλος χώρος η αποθήκη με τα ανταλλακτικά. Τάξη και καθαριότητα παντού. Περάσαμε από τους τεράστιους κυλίνδρους της μηχανής (εσωτερικής καύσεως) που κινούν τα έμβολα που με τη σειρά τους κινούν τον άξονα που γυρίζει τις προπέλες. Από εκεί μας οδήγησε στο «τιμονάκι», όπως το λένε χαϊδευτικά, έναν αντίστοιχα θηριώδη χώρο όπου ήταν ο μηχανισμός του τιμονιού και η σύνδεσή του καθέτως με τον κεντρικό άξονα της προπέλας.

Ο μαστρο-Βασίλης Κρικέλης, ο πρώτος μηχανικός του δεξαμενόπλοιου «Ολυμπιακή Φιλία», κατέβασε τους φιλοξενούμενους από το Κέντρο Ναυτιλιακής Ιστορίας στο μηχανοστάσιο. Το θέαμα με τις φωτισμένες μηχανές ήταν εντυπωσιακό.

Το πλήρωμα

Είκοσι πέντε άτομα το πλήρωμα. Από αυτούς οι δέκα είναι Ελληνες, όλη η ελληνική ναυτοσύνη να παρελαύνει μπροστά μου, οι παλιοί και νέοι ναυτότοποι, η παλιά και νέα ελληνική επιχειρηματικότητα όχι στα αρχεία, όχι στα βιβλία που γράφω, αλλά ζωντανή μπροστά μου, να φροντίζει τη φόρτωση και εκφόρτωση του πλοίου, τα έγγραφα, και ό,τι άλλο χρειαζόταν. Ο πλοίαρχος από την Πελοπόννησο, ο υποπλοίαρχος από τις Σπέτσες, ο ανθυποπλοίαρχος από τη Χίο, ο δεύτερος μηχανικός από την Αμοργό, ο τρίτος μηχανικός από την Κάλυμνο, οι υπόλοιποι από Νίκαια και Κερατσίνι, και αρκετοί δεύτερη και τρίτη γενιά στη θάλασσα. Ο νεαρός Γιάννης, τρίτος μηχανικός από τη Νίκαια, έχει πατέρα και νονό καπετάνιο, παππούδες ναυτικούς και μητέρα ανθυποπλοίαρχο. Θυμάμαι ότι η Εταιρεία Ωνάση πρωτοπόρησε με γυναίκα πλοίαρχο το 2000 με καπετάνισσα την Αθανασία Μπουμπουράκη σε γκαζάδικο (έτσι λένε οι ναυτικοί τα δεξαμενόπλοια, και τα LNG τα λένε «αεράδικα»). Και η ναυτοσύνη δεν είναι μόνο πάνω στο πλοίο αλλά και στο γραφείο. Τρεις από το γραφείο της ναυτιλιακής επιχείρησης Ωνάση για την εσωτερική επιθεώρηση του πλοίου. Ο αρχιμηχανικός από την Κάλυμνο, απόφοιτος από τη Σχολή Μηχανικών Ωνάση, ο ναυπηγός μηχανικός από το Πέραμα, ο αρχιπλοίαρχος από την Κίμωλο περήφανος για τον παππού του τον λοστρόμο που δούλευε στην εταιρεία Orion του Γουλανδρή.
Και οι Φιλιππινέζοι; Δεκαπέντε είναι οι Φιλιππινέζοι, ένας αξιωματικός και οι υπόλοιποι κατώτερο πλήρωμα. Ο ανθυποπλοίαρχος Τσίτο από τα νορβηγικά βαπόρια ήρθε πριν από πέντε χρόνια στα ελληνικά. Ο λοστρόμος Σολομόν («Σολομόν-άκη, μάνταμ», μου είπε αστειευόμενος) είναι 9 χρόνια στην εταιρεία, και δεν την αλλάζει. Ο νεαρός Μπομπ, ο ναύτης από τη Μανίλα, θέλει να γίνει ανθυποπλοίαρχος, ο Τζάιμαρ ο ναύτης δηλώνει ευτυχής στη δουλειά του και θέλει να γίνει λοστρόμος, ενώ ο διπλανός του δηλώνει ότι στα καράβια είναι μόνο για τον μισθό. Ο μάγειρας Κάρλο, πέντε χρόνια στην εταιρεία, είναι το πιο δημοφιλές άτομο στο πλοίο. Αστέρια μισελέν για ναυτομάγειρα τού έχει απονείμει όλο το πλήρωμα ελληνικό και φιλιππινέζικο που σχεδόν τον ευλογεί καθημερινά. Πράγματι μαγειρεύει με μεράκι τα γευστικότατα ελληνικά φαγητά, ενώ διαβάζει και μαθαίνει διαρκώς νέες συνταγές. Καλύτερος σύμβουλός του, λέει, ο Ακης Πετρετζίκης. Και βέβαια, στους Φιλιππινέζους μαγειρεύει τη δική τους κουζίνα. Είναι καλοί ναυτικοί οι Φιλιππινέζοι, μου λένε οι δικοί μας, εμείς τους μάθαμε, καλοί άνθρωποι. Ολοι όσοι είναι στο δικό μας πλοίο έχουν ένα πτυχίο από σχολή και πανεπιστήμιο που έχει να κάνει με τη θάλασσα. Αυτό το επιβεβαιώσαμε.

Η υπογράφουσα με το πλήρωμα των Φιλιππινέζων. Είναι καλοί ναυτικοί, της είπαν οι Ελληνες συνάδελφοί τους, «εμείς τους μάθαμε».

Μια μικρή κοινωνία πάνω στο βαπόρι που πρέπει να συνεργάζεται και να ζει στον ίδιο χώρο εργασίας. «Παίζει μεγάλο ρόλο ο κόσμος. Ο κόσμος κάνει το καράβι», μας είπε ο Μιχάλης, ο τρίτος μηχανικός από τη Θεσσαλονίκη. Και ο κόσμος του καραβιού έχει πολλαπλά καθήκοντα. Η δουλειά, εκτός της ναυσιπλοΐας, είναι η διατήρηση της μηχανής σε άψογη κατάσταση, η καθημερινή συντήρηση, η φροντίδα για το φορτίο, για να αναφέρω μερικά, μαζί με μια απίστευτη γραφειοκρατία. Ολα γίνονται σύμφωνα με τους διεθνείς κανονισμούς που θέλουν τη συμπλήρωση πολλαπλών εγγράφων, λίστες ελέγχου, τα περίφημα «check lists», με διαρκή επικοινωνία με το γραφείο, με επιθεωρητές, ναυλωτές, το λιμάνι, τους πράκτορες. Στη διάρκεια του ταξιδιού έχει φόρμες, ερωτηματολόγια και ραπόρτα που πρέπει να γράφονται και να συμπληρώνονται. «Πολλή χαρτούρα», μου είπαν, «και τελικά έχει χαθεί η ουσία. Δεν τους νοιάζει αν πραγματικά ταξίδεψε το καράβι, αν φάγαμε τυφώνες, αν σκυλοπνιγήκαμε, αν έφτασε ασφαλές το φορτίο και το πλοίο, ποτέ δεν μας ρωτάνε. Το μόνο που τους νοιάζει μόλις φτάσουμε είναι να συμπληρώσουμε τα χαρτιά».

«Σου αρέσει η δουλειά σου;» ρώτησα. Ναι, «φουλ», μου είπαν οι περισσότεροι Ελληνες. Τι σου αρέσει, ρώτησα. «Η πρόκληση να τα καταφέρω», «τα ταξίδια που έχουν τη γοητεία τους», μου απάντησαν, μετά «τα καλά λεφτά». Τι δεν σου αρέσει; Το άγχος, το στρες. Το άγχος για την ασφάλεια των ανθρώπων πάνω στο βαπόρι, για το ίδιο το βαπόρι, την περιουσία της επιχείρησης, για τους ναυλωτές. Μα πάνω απ’ όλα για τους ανθρώπους πάνω στο βαπόρι. Οποιαδήποτε ζημιά προκαλεί άγχος. Και τα ωράρια δεν είναι σταθερά λόγω τυχόν ζημιών και προσέγγισης λιμανιού. Και σε αυτά είναι και η έλλειψη της οικογένειας. «Αλλά αυτή είναι η δουλειά μου και μου αρέσει». Δουλεύουν 6-7 μήνες μπάρκο και το υπόλοιπο άδεια, στα σπίτια τους. Οι μισθοί εξαιρετικοί, δεκαπλάσιοι από ό,τι στη στεριά για τους υψηλόβαθμους, πενταπλάσιοι για τα μεσαία στελέχη, διπλάσιοι για τα νεαρά. Τα αξίζουν.
Για τους περισσότερους είναι καριέρα ζωής, άλλοι που σκέφτονται να φύγουν σε κάποια χρόνια, βλέπουν ότι αν έχεις δίπλωμα καπετάνιου ή πρώτου μηχανικού, σου ανοίγονται πολλές πόρτες, για παράδειγμα πιλότος, surveyor δουλειά σε γραφείο. Ο μαστρο-Λάμπρος, δεύτερος μηχανικός από την Αμοργό, και τρίτη γενιά ναυτικός, παρόλο που έχει και πτυχίο μηχανολόγου από ΤΕΙ δεν την αλλάζει τη θάλασσα, την προσπάθησε τη στεριά αλλά ξαναγύρισε κοντά στη θάλασσα. «Είμαι πολύ τυχερός που είμαι σε αυτό το επάγγελμα, δεν το αλλάζω».

Οι Ελληνες αξιωματικοί στο διάλειμμα του καφέ. Μαζί με τους Φιλιππινέζους συναπαρτίζουν πλήρωμα 25 μελών, μια μικρή κοινωνία πάνω στο βαπόρι που πρέπει να ζει και να εργάζεται αρμονικά τις εβδομάδες που διαρκεί το μπάρκο.

Το πνεύμα της αλμύρας

Κάθομαι στη γέφυρα, ατενίζω κάτω το πλωτό θηρίο που διασχίζει το Αιγαίο και κάνει ναύλα συνήθως σε μακρινές θάλασσες και μακρύτερες ρότες όπως Περσικός Κόλπος – Κόλπος Μεξικού, Δυτική Αφρική – Σιγκαπούρη, Περσικός Κόλπος – Κίνα. Θέλει θάρρος να κυβερνάς αυτά τα πλωτά εργοστάσια, θέλει γνώση, τσαγανό, εμπειρία, συλλογική εργασία, αντοχή και υπομονή. Θέλει λεβεντιά και ναυτοσύνη για να διαφεντεύεις τις θάλασσες.

Τι εννοούμε ως ναυτοσύνη; Αναφέρονται πολλοί στο DNA των Ελλήνων που έχει αλμύρα. Εννοούν βέβαια ότι εμείς οι Ελληνες έχουμε μια ναυτική κουλτούρα. Και τι είναι ναυτική κουλτούρα; Koυλτούρα σημαίνει καλλιέργεια. Καλλιέργησαν λοιπόν οι Eλληνες γνώσεις, πρακτικές, συνήθειες, κώδικες συμπεριφοράς και αξίες σε σχέση με τη θάλασσα που αποτέλεσαν και αποτελούν τα βιώματα και τη νοοτροπία που έφτιαξαν τη ναυτική μας παράδοση, τη ναυτική μας κουλτούρα. Αυτή η ναυτοσύνη καλλιεργήθηκε πάνω στα πλοία, αυτή η ναυτική κουλτούρα καλλιεργήθηκε στις κοινότητες των ελληνικών ναυτότοπων. Και μεταλαμπαδεύτηκε από γενιά σε γενιά από τους παλιούς στους νεότερους ναυτικούς, από τους παλιούς στους νεότερους πλοιοκτήτες, από τους παλιούς στους νεότερους υπαλλήλους ναυτιλιακών γραφείων. Η ναυτοσύνη του Αιγαίου και του Ιονίου συγκεντρώθηκε στον Πειραιά, στις ναυτικές κοινότητες στο Πέραμα, τη Νίκαια, το Κερατσίνι και αγκάλιασε και τους «άναυτους» από όλη την Ελλάδα. Συνάμα τα νησιά μας δεν σταμάτησαν ποτέ να αναπαράγουν τη ναυτική τους παράδοση.

Τη βρήκα όλη τη ναυτοσύνη μας πάνω στην «Ολυμπιακή Φιλία», στον καπετάν Βασίλη, τον γραμματικό (υποπλοίαρχο) από τις Σπέτσες. «Γιατί ήθελες να γίνεις ναυτικός;» τον ρώτησα. «Γιατί δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο που δεν είχε θάλασσα. Η αγάπη για τη θάλασσα. Είναι μάνα μου η θάλασσα. Με ηρεμεί. Μπαίνω με χίλια προβλήματα και βγαίνω “μωρό”. Οσο λιγότεροι είναι αυτοί που είμαι μαζί της τόσο καλύτερο. Είναι όλη δική μου». Αποφοίτησε βέβαια από την Yδρα, από την Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού (ΑΕΝ). Αυτή η δουλειά, όπως μας είπε ο Σπετσιώτης, και μας το είπαν κι άλλοι, σημαίνει σταθερότητα εργασίας, καλές οικονομικές απολαβές και «υπερηφάνεια ότι κάνω μια δουλειά που δεν είναι για όλους».

Τη βρήκα τη ναυτοσύνη στον ανθυποπλοίαρχο Γιάννη από τη Χίο, με παππού πρώτο μηχανικό στα πλοία, που τον ενέπνευσε για τη θάλασσα. «Πάντα ήθελα να γίνω καπετάνιος», μου είπε. Και αφού αποφοίτησε από το Τμήμα Ναυτιλιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς για να ευχαριστήσει τους γονείς του, ακολούθησε αυτό που ήθελε πάντα να κάνει. Συνέχισε τις σπουδές του για άλλα τέσσερα χρόνια στην ΑΕΝ του Ασπροπύργου και τώρα είναι έτοιμος για εξετάσεις να γίνει υποπλοίαρχος. Τη βρήκα τη ναυτοσύνη στον Μιχάλη, τον τρίτο μηχανικό από την Κάλυμνο. Τη ναυτική παράδοση συνεχίζουμε, μου είπε, είμαστε άνθρωποι της θάλασσας, και έχουν σεβασμό στο νησί στους ναυτικούς. Τη βρήκα και σε αυτούς που ακολούθησαν τον δρόμο της θάλασσας από το Πέραμα, τη Νίκαια με ή χωρίς περιβάλλον ναυτοσύνης, εκείνους που πάνω στο πλοίο βρήκαν την καριέρα της ζωής τους, ή βρήκαν τρόπο να αρχίσουν την επαγγελματική ζωή τους.

Το κατάστρωμα του δεξαμενόπλοιου, ένας αχανής χώρος με έντονο χρώμα και σωληνώσεις – σαν να έχεις προσγειωθεί σε άλλο πλανήτη.

Βρήκα και τη ναυτική κουλτούρα της ναυτιλιακής επιχείρησης. Πάνω στο πλοίο οι ναυτικοί είχαν δουλέψει σε διάφορες ελληνικές παραδοσιακές αλλά και νέες επιχειρήσεις, του Εμπειρίκου, του Καλλιμανόπουλου, του Αγγελόπουλου, των Μαρτίνων, κ.ο.κ. Και βέβαια ζωντανή πάνω στο «Olympic Friendship», βρήκα και την κουλτούρα της Εταιρείας Ωνάση. Ο εξαιρετικός οικοδεσπότης μας, ο 47χρονος καπετάν Βασίλης Κόκκαλης μέχρι τα 19 του δεν ήξερε τίποτα για το επάγγελμα του ναυτικού, όπως μας είπε. Μπήκε από τύχη στην ΑΕΝ της Κύμης και το πρώτο του εκπαιδευτικό ταξίδι ήταν σε πλοία της Εταιρείας Ωνάση. Ο μέντορας ήταν ο συντοπίτης του από τον Πύργο –και πολύ αργότερα πεθερός του– καπετάν Θανάσης Μιχαλόπουλος που δούλευε στην Εταιρεία Ωνάση από τη δεκαετία του 1960, όταν ακόμα ζούσε ο ιδρυτής της. Οπως και ο καπετάν Θανάσης, έτσι και ο καπετάν Βασίλης έχει παραμείνει στην Εταιρεία Ωνάση όλη του την καριέρα. Και όπως μας είπε, «γενικά με όσους ήταν στα “Olympic” κανείς δεν ήθελε να φύγει. Από δόκιμοι μέχρι τη σύνταξη κανείς δεν ήθελε να φύγει. Και οι ναυτικοί, όταν είσαι πολλά χρόνια σε μια εταιρεία, ενσωματώνονται με τους ανθρώπους της εταιρείας. Και πολλοί που ήσαν στα πλοία πήγαν στα γραφεία. Πολύ βασικό να μιλάς στο γραφείο με ανθρώπους που ήταν στα πλοία».

Αλλά και ο πιο μικρός ναυτικός του πλοίου, ο 21χρονος Θεμιστοκλής, δόκιμος τέταρτος μηχανικός από τη Νίκαια, που ήθελε να γίνει από τα 15 του ναυτικός, είναι υπερήφανος που είναι σε αυτήν την εταιρεία. «Από πιο μικρός είχα θαυμασμό για τον Αριστοτέλη Ωνάση. Τρέφω εκτίμηση για την εταιρεία, μπορεί να μη ζει ο Ωνάσης αλλά εδώ νιώθω μια σταθερότητα και ασφάλεια. Σέβονται τον ναυτικό, είναι οικογενειακή εταιρεία. Και σε αυτήν την εταιρεία υπάρχει συνέχεια, και θα υπάρχει συνέχεια».

Μετά οκτώ μέρες ταξίδι πήραμε τη λάντζα για την Πάχη. Σταθήκαμε και οι δύο όρθιοι στην πρύμνη ακίνητοι βλέποντας το πλοίο μας να ξεμακραίνει. Δεν μπορούσαμε να ξεκολλήσουμε τα μάτια μας από πάνω του. Σάββατο του Λαζάρου και ανήμερα το Πάσχα θα φορτώνουν πάλι στην Αλεξάνδρεια. Καλό Πάσχα πλήρωμα του «Olympic Friendship»! Καλό Πάσχα σε όλους τους ναυτικούς μας!

kathimerini.grH κ. Τζελίνα Χαρλαύτη είναι καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, διευθύντρια Κέντρου Ναυτιλιακής Ιστορίας, Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών – ΙΤΕ.

Σχετικές αναρτήσεις

Μεσολόγγι: Το έθιμο με τις ιπποδρομίες για τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου

lazaros lazaros

Μονής της Χώρας: Έντονη δυσαρέσκεια της Δ.Ι.Σ. για τη μετατροπή της σε τέμενος

lazaros lazaros

Διαδικτυακά Παίγνια: Υπερδιπλασιασμός των εσόδων στην πενταετία 2019 – 2023 και αύξηση φόρων 225%

lazaros lazaros