Το προϊόν που αποτελεί σύμβολο της Ελλάδας το ελαιόλαδο έχει μετατραπεί σε είδος πολυτελείας για τον απλό καταναλωτή.
Παράγουμε από τα καλύτερα λάδια στον κόσμο, όμως στην καθημερινή πραγματικότητα οι Έλληνες πληρώνουμε το δικό μας προϊόν ακριβότερα από σχεδόν κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, την ώρα που τα ράφια των σούπερ μάρκετ γεμίζουν με εισαγόμενα ή με προϊόντα που δεν φέρουν ελληνική σφραγίδα.
Δεν πρόκειται για σύμπτωση. Είναι το αποτέλεσμα ενός συστήματος που λειτουργεί σε βάρος και του παραγωγού και του καταναλωτή.

Η αλυσίδα των μεσαζόντων και η χύμα εξαγωγή.
Το μεγαλύτερο σκάνδαλο στην ελληνική αγορά ελαιολάδου δεν είναι η ποιότητα — αλλά το πού πηγαίνει το προϊόν και πώς τιμολογείται.
- Παράγουμε, αλλά δεν ελέγχουμε την αλυσίδα αξίας. Μεγάλο μέρος του λαδιού φεύγει από τα ελαιοτριβεία «χύμα», χωρίς τυποποίηση και χωρίς ισχυρή Ελληνική εμπορική ταυτότητα.
- Σε άλλες χώρες της Μεσογείου, επανατυποποιείται, αποκτά «ξένη» ετικέτα, ταυτότητα και υπεραξία, η οποία δεν επιστρέφει ποτέ στην Ελλάδα.
- Οι μεγάλοι παίκτες της αγοράς (μεσίτες, τυποποιητές, έμποροι) διαχειρίζονται την προσφορά και επιβάλλουν τιμές, ανεξάρτητα από την πραγματική εικόνα της παραγωγής.
Το αποτέλεσμα είναι σκληρό: οι παραγωγοί πληρώνονται λίγα ευρώ ανά λίτρο, ενώ οι καταναλωτές καλούνται να πληρώσουν διπλάσια, τριπλάσια ή και τετραπλάσια τιμή στο ράφι.
Σούπερ μάρκετ: Ελληνικά λίγα, εισαγόμενα πολλά
Στα ελληνικά σούπερ μάρκετ τα ελληνικά ελαιόλαδα είναι συχνά λιγότερα απ’ όσα θα περίμενε κανείς σε μια ελαιοπαραγωγό χώρα.
Οι λόγοι είναι συγκεκριμένοι:
- Ανεπαρκής προβολή ελληνικών brands σε σχέση με ισχυρά ξένα εμπορικά σήματα.
- Η βαθιά ριζωμένη παράδοση του «τενεκέ» που αποδυνάμωσε διαχρονικά την εγχώρια αγορά τυποποιημένου λαδιού.
- Πολιτικές τιμολόγησης από αλυσίδες λιανικής που ευνοούν προϊόντα με υψηλότερα περιθώρια κέρδους και ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη.
Έτσι, ακόμη και όταν το λάδι είναι ελληνικής προέλευσης, κυκλοφορεί με ξένη ετικέτα. Η Ελλάδα χάνει και έσοδα και αναγνωρισιμότητα.

Το ελαιόλαδο ως χρυσάφι το πληρώνει ο καταναλωτής,
Ο παραγωγός πιέζεται
Οι τιμές έχουν φτάσει σε επίπεδα που δύσκολα αντέχει το ελληνικό νοικοκυριό:
- Σε πολλές περιπτώσεις, η λιανική τιμή ξεπερνά τα 10–14 ευρώ το λίτρο, ενώ η τιμή παραγωγού κυμαίνεται στα 4–6 ευρώ.
- Η αύξηση αυτή επιβαρύνει άμεσα τον πληθωρισμό τροφίμων.
- Ακόμη και όταν παρατηρείται μικρή αποκλιμάκωση, οι τιμές παραμένουν υψηλές σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές.
Για ένα νοικοκυριό που καταναλώνει 10–20 λίτρα ετησίως, το κόστος γίνεται δυσβάσταχτο χωρίς αντίστοιχο όφελος για τον παραγωγό.
Το πραγματικό πρόβλημα: Πολιτικό και θεσμικό
Το ζήτημα του ελαιολάδου δεν είναι απλώς εμπορικό. Είναι δομικό:
- Απουσία εθνικής στρατηγικής για την προστασία και προώθηση του ελληνικού ελαιολάδου.
- Ολιγοπωλιακές πρακτικές στην εφοδιαστική αλυσίδα.
- Ελλιπείς έλεγχοι από το χωράφι έως το ράφι.
- Περιορισμένη πρόσβαση ελληνικών τυποποιημένων προϊόντων στη λιανική.
Ο καταναλωτής πληρώνει, ο παραγωγός πιέζεται και το σύστημα παραμένει ανέγγιχτο.

Υ.Σ:…Πληρώνουμε το δικό μας λάδι, και το πληρώνουμε ακριβά
Σε μια χώρα όπου το ελαιόλαδο είναι κομμάτι της ιστορίας, της διατροφής και της ταυτότητάς μας, η εικόνα είναι παράδοξη και καταγγελτική:
- Παράγουμε εξαιρετικό προϊόν.
- Στα ράφια όμως τα ελληνικά λάδια σπανίζουν ή κοστίζουν περισσότερο.
- Οι τιμές εκτοξεύονται χωρίς να ωφελούνται οι παραγωγοί.
- Η αγορά λειτουργεί εις βάρος της ελληνικής κοινωνίας.
Αν το ελαιόλαδο είναι ο «πράσινος χρυσός της Ελλάδας», τότε σήμερα τον πληρώνουμε σαν χρυσό χωρίς να μας ανήκει πραγματικά.


