Το επιβατηγό πλοίο Χειμάρρα δεν βυθίστηκε απλώς στη θάλασσα. Βυθίστηκε σε μια χώρα που μόλις προσπαθούσε να σταθεί ξανά όρθια.
Ήταν ξημερώματα 19ης Ιανουαρίου 1947, όταν ο «Χειμάρρας», στο δρομολόγιο Θεσσαλονίκη – Πειραιάς, χτύπησε σε νάρκη ανοιχτά της Εύβοια, κοντά στη Νέα Στύρα. Μέσα σε λίγα λεπτά, η νύχτα γέμισε φωτιά, κραυγές και παγωμένο νερό.
Περισσότεροι από 380 άνθρωποι χάθηκαν. Ήταν στρατιώτες, πολιτικοί, οικογένειες, παιδιά. Άνθρωποι που επέστρεφαν σπίτια τους ή αναζητούσαν μια νέα αρχή σε μια χώρα εξαντλημένη από την Κατοχή και βυθισμένη ήδη στον Εμφύλιο.
Το πλοίο και το ταξίδι
Ο «Χειμάρρας», πρώην γερμανικό πλοίο, είχε περάσει στα ελληνικά χέρια ως πολεμική αποζημίωση. Ηλικιωμένο, επιβαρυμένο από τη χρήση και με ελλείψεις στον εξοπλισμό ασφαλείας, εκτελούσε τακτικά δρομολόγια σε μια περίοδο όπου η θαλάσσια συγκοινωνία ήταν ζωτικής σημασίας.
Στο πλοίο επέβαιναν 544 επιβάτες και μέλη πληρώματος. Πολλοί ταξίδευαν σε καταστρώματα και διαδρόμους. Η υπερφόρτωση δεν ήταν εξαίρεση· ήταν ο κανόνας της εποχής.

Η έκρηξη
Λίγο μετά τις 04:00 τα ξημερώματα, μια εκκωφαντική έκρηξη συγκλόνισε το πλοίο. Η νάρκη –απομεινάρι του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου– άνοιξε ρήγμα στο κύτος. Τα φώτα έσβησαν. Το πλοίο άρχισε να παίρνει κλίση.
Ο πανικός εξαπλώθηκε αστραπιαία. Πολλοί επιβάτες κοιμόντουσαν. Άλλοι εγκλωβίστηκαν στις καμπίνες. Οι σωσίβιες λέμβοι αποδείχθηκαν ανεπαρκείς ή αδύνατο να καθελκυστούν.
Μαρτυρίες επιζώντων: «Η θάλασσα μας κατάπινε»
«Ξύπνησα από έναν κρότο σαν να άνοιξε η γη. Το πλοίο έγερνε και άνθρωποι έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλον»,
θυμάται επιζών σε μαρτυρία του Τύπου της εποχής.
«Έπεσα στο νερό χωρίς να ξέρω να κολυμπώ. Κρατήθηκα από ένα κομμάτι ξύλο. Γύρω μου φωνές που έσβηναν μία-μία»,
κατέθεσε άλλος διασωθείς.
Οι μαρτυρίες συγκλίνουν σε μια εικόνα χάους: σκοτάδι, παγωμένα νερά, άνθρωποι που χάνονταν μέσα σε λεπτά.
Χρονολόγιο της τραγωδίας και της διάσωσης
19 Ιανουαρίου 1947
04:10 – Η έκρηξη της νάρκης.
04:20 – Το πλοίο έχει πάρει επικίνδυνη κλίση. Οι πρώτοι επιβάτες πέφτουν στη θάλασσα.
04:30–05:00 – Ο «Χειμάρρας» βυθίζεται.
Πρώτες πρωινές ώρες – Ψαράδες από τη Νέα Στύρα και γύρω χωριά βγαίνουν με καΐκια, ακούγοντας κραυγές.
Μεσημέρι – Φτάνουν μονάδες του Πολεμικού Ναυτικού. Οι έρευνες συνεχίζονται με πενιχρά μέσα.
Επόμενες ημέρες – Ανασύρονται σοροί. Ο απολογισμός βαραίνει καθημερινά.
Η διάσωση στηρίχθηκε κυρίως στην αυτοθυσία απλών ψαράδων. Το κράτος έφτασε αργά, με περιορισμένα μέσα και ελλιπή συντονισμό.


Ευθύνες και σιωπές
Το ερώτημα δεν άργησε να τεθεί: Γιατί;
• Γιατί τα ναρκοπέδια δεν είχαν εκκαθαριστεί πλήρως;
• Γιατί ένα υπερφορτωμένο και παλαιό πλοίο συνέχιζε να εκτελεί δρομολόγια;
• Γιατί τα μέτρα ασφαλείας ήταν ανεπαρκή;
Οι έρευνες που ακολούθησαν δεν οδήγησαν σε ουσιαστικές καταδίκες. Η τραγωδία αποδόθηκε σε «συνδυασμό ατυχών περιστάσεων». Η κοινωνία, κουρασμένη και διχασμένη, προχώρησε.
Το εθνικό πένθος που ξεθώριασε
Ο Τύπος της εποχής μίλησε για «εθνική συμφορά». Κηρύχθηκε πένθος. Όμως η μνήμη του «Χειμάρρα» υποχώρησε με τα χρόνια, σκιασμένη από άλλες τραγωδίες και τα γεγονότα του Εμφυλίου.
Κι όμως, για δεκάδες οικογένειες, ο χρόνος σταμάτησε εκείνο το ξημέρωμα.

Υ.Σ:…Η θάλασσα δεν μιλά.Θυμάται.
Κάτω από τα νερά της Εύβοιας, εκεί όπου ο χρόνος κυλά αλλιώς, ο «Χειμάρρας» δεν είναι πια πλοίο. Είναι ανάσα που κόπηκε, είναι ονόματα που δεν πρόλαβαν να ειπωθούν, είναι ταξίδια που έμειναν μισά. Είναι μια Ελλάδα που έβγαινε από τον πόλεμο κουρασμένη, πληγωμένη, και πλήρωσε ξανά – αυτή τη φορά χωρίς εχθρό ορατό.
Τη νύχτα εκείνη, άνθρωποι δεν πνίγηκαν μόνο στο νερό. Πνίγηκαν στην αμέλεια, στη βιασύνη, στη σιωπή. Και η θάλασσα, πιστή στο αρχαίο της χρέος, τους πήρε μέσα της όχι από εκδίκηση, αλλά από μνήμη.
Κάθε Ιανουάριο, το κύμα περνά από το ίδιο σημείο. Δεν κραυγάζει. Ψιθυρίζει. Για όσους έφυγαν χωρίς αποχαιρετισμό. Για όσους έμειναν πίσω με μια καρέκλα άδεια. Για μια χώρα που συχνά μαθαίνει αργά – και ξεχνά γρήγορα.

Ο «Χειμάρρας» δεν ζητά δικαίωση με στεφάνια.
Ζητά εγρήγορση.
Ζητά ευθύνη.
Ζητά μνήμη που να μην ξεθωριάζει.
Γιατί όσο θυμόμαστε, οι νεκροί δεν χάνονται ξανά.
Και όσο ακούμε τη θάλασσα, ίσως κάποτε μάθουμε να ταξιδεύουμε πιο ανθρώπινα.


