Το ποδόσφαιρο αντέχει τα λάθη.
Δεν αντέχει την αμφισβήτηση της δικαιοσύνης του.
Σε κάθε αγώνα, η διαιτησία καλείται να διαφυλάξει την ισορροπία. Να εφαρμόσει τους κανονισμούς με σταθερό μέτρο. Να λειτουργήσει ως εγγυητής ισονομίας.
Όταν όμως οι αποφάσεις δημιουργούν αίσθηση επιλεκτικότητας, τότε η συζήτηση δεν αφορά μία φάση αφορά τον ίδιο τον θεσμό.
Η διαφορετική ερμηνεία παρόμοιων φάσεων μέσα στον ίδιο αγώνα, η ασυνέπεια στην αυστηρότητα και η αίσθηση άνισης μεταχείρισης δεν μπορούν να περνούν ως «στιγμιαία λάθη».
Όταν τέτοιες αποφάσεις επηρεάζουν ρυθμό, ψυχολογία και τελικό αποτέλεσμα, τότε η διαιτησία παύει να είναι ουδέτερος παράγοντας και μετατρέπεται σε καθοριστικό.
Και εκεί ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα.

Το Κανονιστικό Πλαίσιο Είναι Ξεκάθαρο
Οι διαιτητές δεν λειτουργούν ανεξέλεγκτα.
Ορίζονται από αρμόδιες επιτροπές των Ενώσεων, όπως η ΕΠΣΑ και η ΕΠΣΑΝΑ, βάσει του Κανονισμού Διαιτησίας της ΕΠΟ.
Το πλαίσιο προβλέπει:
• Αντικειμενικά κριτήρια ορισμού.
• Υποχρέωση πλήρους αμεροληψίας.
• Συστηματική αξιολόγηση απόδοσης.
• Πειθαρχικό έλεγχο σε περίπτωση σοβαρών σφαλμάτων ή ανάρμοστης συμπεριφοράς.
Οι Ενώσεις έχουν θεσμική ευθύνη για την ομαλή και αξιόπιστη διεξαγωγή των πρωταθλημάτων. Η ευθύνη αυτή δεν είναι τυπική.
Είναι ουσιαστική.

Το Ζήτημα Είναι Θεσμικό
Όταν δημιουργούνται σοβαρά και τεκμηριωμένα ερωτήματα για τη διαιτησία, δεν αρκεί η επίκληση του «ανθρώπινου λάθους». Απαιτείται έλεγχος. Απαιτείται αξιολόγηση. Απαιτείται διαφάνεια.
Γιατί χωρίς σταθερό μέτρο,
χωρίς ίση εφαρμογή των κανονισμών,
χωρίς λογοδοσία, η αξιοπιστία του πρωταθλήματος διαβρώνεται.
Το ποδόσφαιρο δεν μπορεί να λειτουργεί με σκιές.
Και οι θεσμοί του οφείλουν να προστατεύουν πρώτα απ’ όλα τη δικαιοσύνη του παιχνιδιού.
Γιατί χωρίς δικαιοσύνη, δεν υπάρχει αποτέλεσμα που να γίνεται αποδεκτό.


